Ο τραυλισμός είναι μια διαταραχή επικοινωνίας συμπτώματα της οποίας είναι οι επαναλήψεις ήχων, συλλαβών, λέξεων και φράσεων ,οι επιμηκύνσεις ήχων και οι απότομες διακοπές ήχων και συλλαβών.
Ο τραυλισμός εμφανίζεται συνήθως μεταξύ 2-7 ετών, σε μια ευαίσθητη ηλικία αφού τότε το παιδί αναπτύσσει σημαντικό το λόγο του .Μάλιστα παρατηρείται σε περισσότερα αγόρια παρά κορίτσια. Ο τραυλισμός είναι απόρροια πολλών παραγόντων. Γενετικοί παράγοντες αλλά κυρίως περιβαλλοντικοί παράγοντες συμβάλλουν στην εμφάνιση των συμπτωμάτων. Αρνητικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι οι υψηλές προσδοκίες των γονέων από το παιδί, οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής και η γρήγορη ομιλία του παιδιού.
Καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση των δυσρυθμίων είναι ο διάλογος με ενήλικες που μιλάνε πολύ γρήγορα, να μιλάει το παιδί και να πιστεύει ότι κάποιος θα το διακόψει, να μιλά με κάποιον που δεν του δίνει σημασία, να μιλά όταν δεν θέλει ή όταν είναι κουρασμένο ή αναστατωμένο, να μιλά και να φοβάται , να μιλά και να φοβάται , να μιλά βιαστικά επειδή έχει πολλά να πει ή έχει μια περίπλοκη ιδέα να αναλύσει.
Τα άτομα που τραυλίζουν εκτός από λεκτικές δυσρυθμίες μπορεί να παρουσιάσουν και μη λεκτικές συμπεριφορές όπως μορφασμοί, πίεση των χειλιών , κλείσιμο ματιών, αποφυγή βλεμματικής επαφής, επαναλαμβανόμενες κινήσεις των άκρων κ.ά. Επίσης, συναισθηματικές προεκτάσεις του τραυλισμού είναι το αίσθημα ντροπής, θυμού, άγχους, απογοήτευσης.
Η λογοθεραπευτική αξιολόγηση στην περίπτωση του τραυλισμού ποικίλει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται από διάφορους παράγοντες π.χ. ηλικία. Στόχος της λογοθεραπευτικής αξιολόγησης για παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας είναι η αξιολόγηση της σοβαρότητας του τραυλισμού, η εκτίμηση της πρόγνωσης δηλαδή πόσο πιθανό είναι να σταματήσει το παιδί να τραυλίζει χωρίς θεραπευτική παρέμβαση , η συλλογή δεδομένων για το σχεδιασμό κατάλληλων θεραπευτικών στόχων και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.
Ο λογοθεραπευτής σε συνεργασία με τους γονείς συγκεντρώνει πληροφορίες που αφορά στο παιδί και την ομιλία του ( χρόνος εκφοράς πρώτων λέξεων, προτάσεων)διερευνά τους προβληματισμούς , τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις τους για το πρόβλημα ροής της ομιλίας του παιδιού τους.
Ιδιαίτερα όμως χρήσιμο για το λογοθεραπευτή είναι να παρακολουθήσει το παιδί με το γονιό του καθώς παίζουν ή συζητούν. Για παράδειγμα, ορισμένα παιδιά ο γρήγορος ρυθμός ομιλίας των παιδιών τους ή οι απαιτήσεις τους για χρήση πολύπλοκων συντακτικών δομών ή οι πολλές ερωτήσεις από το γονιό προς το παιδί ή οι συχνές διακοπές μπορεί να λειτουργούν αρνητικά στην διατήρηση της ευρυθμίας. Η αποτελεσματική θεραπεία του τραυλισμού εξαρτάται από την έγκαιρη συμβουλή του λογοθεραπευτή. Η λογοθεραπευτική παρέμβαση πρέπει να αρχίζει σχετικά σύντομα μετά την εμφάνιση του προβλήματος και οι γονείς πρέπει να εμπλακούν ουσιαστικά και να έχουν ενεργή συμμετοχή στο θεραπευτικό πρόγραμμα γιατί ο τραυλισμός στην προσχολική και σχολική ηλικία είναι μια κατάσταση πιο εύκολα αναστρέψιμη από ότι ο χρόνιος τραυλισμός.
Οι γονείς όταν διαπιστώνουν ότι το παιδί τους τραυλίζει πάνω από 6 μήνες ή όταν αποφεύγει να μιλήσει για να μην εκτεθεί, όταν αλλάζει λέξεις επειδή φοβάται μην τραυλίσει πρωτίστως πρέπει να δείχνουν υπομονή, να μην κριτικάρουν, να μην διορθώνουν και κυρίως να μην το μπαλώνουν. Πρέπει να αφιερώνουν χρόνο για ήρεμη συζήτηση με αργή ροή ομιλίας χωρίς διακοπές σε ήρεμη ατμόσφαιρα. Οι γονείς πρέπει να μάθουν όλα τα μέλη της οικογένειας να περιμένουν τη σειρά τους για να μιλήσουν. Το πιο σημαντικό είναι να μεταδώσουν στο παιδί ότι το αποδέχονται έτσι ακριβώς όπως είναι και το στηρίζουνε.
Ο τραυλισμός εμφανίζεται συνήθως μεταξύ 2-7 ετών, σε μια ευαίσθητη ηλικία αφού τότε το παιδί αναπτύσσει σημαντικό το λόγο του .Μάλιστα παρατηρείται σε περισσότερα αγόρια παρά κορίτσια. Ο τραυλισμός είναι απόρροια πολλών παραγόντων. Γενετικοί παράγοντες αλλά κυρίως περιβαλλοντικοί παράγοντες συμβάλλουν στην εμφάνιση των συμπτωμάτων. Αρνητικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι οι υψηλές προσδοκίες των γονέων από το παιδί, οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής και η γρήγορη ομιλία του παιδιού.
Καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση των δυσρυθμίων είναι ο διάλογος με ενήλικες που μιλάνε πολύ γρήγορα, να μιλάει το παιδί και να πιστεύει ότι κάποιος θα το διακόψει, να μιλά με κάποιον που δεν του δίνει σημασία, να μιλά όταν δεν θέλει ή όταν είναι κουρασμένο ή αναστατωμένο, να μιλά και να φοβάται , να μιλά και να φοβάται , να μιλά βιαστικά επειδή έχει πολλά να πει ή έχει μια περίπλοκη ιδέα να αναλύσει.
Τα άτομα που τραυλίζουν εκτός από λεκτικές δυσρυθμίες μπορεί να παρουσιάσουν και μη λεκτικές συμπεριφορές όπως μορφασμοί, πίεση των χειλιών , κλείσιμο ματιών, αποφυγή βλεμματικής επαφής, επαναλαμβανόμενες κινήσεις των άκρων κ.ά. Επίσης, συναισθηματικές προεκτάσεις του τραυλισμού είναι το αίσθημα ντροπής, θυμού, άγχους, απογοήτευσης.
Η λογοθεραπευτική αξιολόγηση στην περίπτωση του τραυλισμού ποικίλει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται από διάφορους παράγοντες π.χ. ηλικία. Στόχος της λογοθεραπευτικής αξιολόγησης για παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας είναι η αξιολόγηση της σοβαρότητας του τραυλισμού, η εκτίμηση της πρόγνωσης δηλαδή πόσο πιθανό είναι να σταματήσει το παιδί να τραυλίζει χωρίς θεραπευτική παρέμβαση , η συλλογή δεδομένων για το σχεδιασμό κατάλληλων θεραπευτικών στόχων και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.
Ο λογοθεραπευτής σε συνεργασία με τους γονείς συγκεντρώνει πληροφορίες που αφορά στο παιδί και την ομιλία του ( χρόνος εκφοράς πρώτων λέξεων, προτάσεων)διερευνά τους προβληματισμούς , τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις τους για το πρόβλημα ροής της ομιλίας του παιδιού τους.
Ιδιαίτερα όμως χρήσιμο για το λογοθεραπευτή είναι να παρακολουθήσει το παιδί με το γονιό του καθώς παίζουν ή συζητούν. Για παράδειγμα, ορισμένα παιδιά ο γρήγορος ρυθμός ομιλίας των παιδιών τους ή οι απαιτήσεις τους για χρήση πολύπλοκων συντακτικών δομών ή οι πολλές ερωτήσεις από το γονιό προς το παιδί ή οι συχνές διακοπές μπορεί να λειτουργούν αρνητικά στην διατήρηση της ευρυθμίας. Η αποτελεσματική θεραπεία του τραυλισμού εξαρτάται από την έγκαιρη συμβουλή του λογοθεραπευτή. Η λογοθεραπευτική παρέμβαση πρέπει να αρχίζει σχετικά σύντομα μετά την εμφάνιση του προβλήματος και οι γονείς πρέπει να εμπλακούν ουσιαστικά και να έχουν ενεργή συμμετοχή στο θεραπευτικό πρόγραμμα γιατί ο τραυλισμός στην προσχολική και σχολική ηλικία είναι μια κατάσταση πιο εύκολα αναστρέψιμη από ότι ο χρόνιος τραυλισμός.
Οι γονείς όταν διαπιστώνουν ότι το παιδί τους τραυλίζει πάνω από 6 μήνες ή όταν αποφεύγει να μιλήσει για να μην εκτεθεί, όταν αλλάζει λέξεις επειδή φοβάται μην τραυλίσει πρωτίστως πρέπει να δείχνουν υπομονή, να μην κριτικάρουν, να μην διορθώνουν και κυρίως να μην το μπαλώνουν. Πρέπει να αφιερώνουν χρόνο για ήρεμη συζήτηση με αργή ροή ομιλίας χωρίς διακοπές σε ήρεμη ατμόσφαιρα. Οι γονείς πρέπει να μάθουν όλα τα μέλη της οικογένειας να περιμένουν τη σειρά τους για να μιλήσουν. Το πιο σημαντικό είναι να μεταδώσουν στο παιδί ότι το αποδέχονται έτσι ακριβώς όπως είναι και το στηρίζουνε.
Κατερίνα Χ. Δήμου
Λογοθεραπεύτρια
Πτυχιούχος ΑΤΕΙ Ηπείρου (Ιωάννινα)